Λίτρο (L)
Definition: Ένα λίτρο είναι μετρική μονάδα όγκου ίση με 1.000 χιλιοστόλιτρα.
History/origin: Το λίτρο εισήχθη με το μετρικό σύστημα και έγινε το καθημερινό πρότυπο για μεγαλύτερες ποσότητες υγρών.
Current use: Χρησιμοποιείται για γάλα, ζωμό, νερό, λάδια, ποτά και γενικά για μεγαλύτερες ποσότητες υγρών υλικών.
