Λεπτό (min)
Definition: Ένα λεπτό είναι μονάδα χρόνου ίση με 60 δευτερόλεπτα.
History/origin: Το λεπτό προέρχεται από το αρχαίο εξηκονταδικό σύστημα χρόνου, κληρονομημένο από τη βαβυλωνιακή μαθηματική παράδοση και αργότερα χρησιμοποιημένο στην αστρονομία και τον πολιτικό χρόνο.
Current use: Τα λεπτά χρησιμοποιούνται παντού για προγράμματα, διάρκειες, μαγείρεμα, χρόνους μετακίνησης και ραντεβού.
