Ώρα (h)
Definition: Μία ώρα είναι μονάδα χρόνου ίση με 60 λεπτά, δηλαδή 3.600 δευτερόλεπτα.
History/origin: Η ημέρα των 24 ωρών έχει ρίζες σε αρχαίους πολιτισμούς, ιδίως στα αιγυπτιακά και βαβυλωνιακά συστήματα, και έγινε πρότυπο στον πολιτικό χρόνο.
Current use: Οι ώρες χρησιμοποιούνται για ωράρια εργασίας, χρόνους ταξιδιού, καταγραφή χρόνου, λειτουργία επιχειρήσεων και καθημερινό προγραμματισμό.
Έτος (yr)
Definition: Το έτος είναι μια μεγάλη ημερολογιακή μονάδα βασισμένη στην ηλιακή τροχιά της Γης. Για μετατροπές, συνήθως λαμβάνεται ως μέσος όρος 365,25 ημερών.
History/origin: Οι άνθρωποι οργάνωναν τα έτη γύρω από τις εποχές, τους αγροτικούς κύκλους και τις ουράνιες παρατηρήσεις, και αργότερα τα τελειοποίησαν με ημερολόγια για πολιτική και επιστημονική χρήση.
Current use: Το yr εμφανίζεται σε ηλικίες, επετείους, στεγαστικά δάνεια, εγγυήσεις, μισθώσεις, κλιματικούς μέσους όρους, σχολικές τάξεις, ορίζοντες επενδύσεων, ιστορικά χρονοδιαγράμματα και μακροχρόνια αρχεία.