Ώρα (h)
Definition: Μία ώρα είναι μονάδα χρόνου ίση με 60 λεπτά, δηλαδή 3.600 δευτερόλεπτα.
History/origin: Η ημέρα των 24 ωρών έχει ρίζες σε αρχαίους πολιτισμούς, ιδίως στα αιγυπτιακά και βαβυλωνιακά συστήματα, και έγινε πρότυπο στον πολιτικό χρόνο.
Current use: Οι ώρες χρησιμοποιούνται για ωράρια εργασίας, χρόνους ταξιδιού, καταγραφή χρόνου, λειτουργία επιχειρήσεων και καθημερινό προγραμματισμό.
