Μικρόμετρο (µm)
Definition: Ένα μικρόμετρο (σύμβολο: µm) είναι το ένα εκατομμυριοστό του μέτρου (0,000001 m ή 10^-6 m). Είναι μετρική μονάδα για πολύ μικρές αποστάσεις.
History/origin: Το μικρόμετρο έγινε πρότυπο στην επιστήμη και τη μηχανική καθώς εξελίχθηκαν η μικροσκοπία, οι κατεργασίες ακριβείας και η ανάλυση υλικών. Αντικατέστησε παλαιότερους όρους όπως το «μικρόν», που ακόμη χρησιμοποιείται ανεπίσημα.
Current use: Χρησιμοποιείται για μεγέθη κυττάρων, βακτήρια, σωματίδια σκόνης, ίνες υφασμάτων, λεπτές επιστρώσεις και ανοχές κατασκευής σε μηχανολογικές εφαρμογές.

