Εκατοστό (cm)
Definition: Ένα εκατοστό (σύμβολο: cm) είναι το ένα εκατοστό του μέτρου (0,01 m). Είναι μετρική μονάδα μήκους που χρησιμοποιείται συχνά για μικρές έως μεσαίες μετρήσεις.
History/origin: Το εκατοστό αναπτύχθηκε ως μέρος του δεκαδικού μετρικού συστήματος που εισήχθη στη Γαλλία στα τέλη του 18ου αιώνα. Έγινε γρήγορα μία από τις πιο πρακτικές υποδιαιρέσεις του μέτρου για καθημερινή χρήση.
Current use: Χρησιμοποιείται συχνά για σωματικές μετρήσεις, σχολικούς χάρακες, διαστάσεις επίπλων, ρούχα και αντικείμενα σπιτιού σε χώρες που χρησιμοποιούν το μετρικό σύστημα.

